
Σε σύνολο περίπου 600τμ στεγάζονται τρεις διώροφες κατοικίες με υπαίθριους χώρους καθιστικών και υπόγειους χώρους στάθμευσης και ενιαίο υπόγειο κοινόχρηστο χώρο κοινών δραστηριοτήτων. Οι τρεις διώροφες κατοικίες αναπτύσσονται πάνω στον κοινό-ενιαίο υπόγειο χώρο και βρίσκονται σε επαφή μεταξύ τους με εσωτερική κλίμακα επικοινωνίας των επιπέδων η κάθε μία ξεχωριστά.
Το οικόπεδο βρισκόμενο σε επαφή με πυκνή δασική έκταση, δίνει τη δυνατότητα διαμόρφωσης υαλοστασίων στις αντίστοιχες όψεις των κτηρίου, επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό τη συνέχεια μεταξύ υπαίθριου χώρου – φύσης- εσωτερικού χώρου, πράγμα που αποτέλεσε κύρια προσπάθεια της συνθετικής διερεύνησης. Η κατασκευή έγινε με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα και στη συνέχεια με φέρουσα λίθινη τοιχοποιία πάχους 0,50μ.
Η στέγαση έλαβε χώρα με ενιαία στέγη σύνθετων ξύλινων διατομών, με εφαρμογή διπλής διάστρωσης μόνωσης και τσιμεντοκεράμιδων ως τελική επίστρωση. Για την κατασκευή των κουφωμάτων επιλέχθηκε ξύλο. Η εφαρμογή των ως άνω υλικών εναρμόνισε τη σύνθεση των κατοικιών με το χαρακτήρα των κτισμάτων της περιοχής, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό άρτια ένταξη στο φυσικό και κτισμένο περιβάλλον, παρά το αυξημένο μέγεθος του κτηρίου.







